Μετάφραση του "Sarah" σε Ελληνικά
Οι Σάρα, σάρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sarah" σε Ελληνικά.
Sarah
proper
noun
(Biblical) Wife of patriarch Abraham, mother of Isaac. [..]
-
Σάρα
proper femininegiven name from Hebrew [..]
Hey, that's where Sarah said they found your body.
Εκεί είπε η Σάρα ότι βρήκαν το σώμα σου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Sarah " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
sarah
-
σάρα
No, what sarah doesn' t know- would be a lie
Όχι, ό, τι δε γνωρίζει η Σάρα...- Θα ήταν σαν να της λέω ψέματα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη