Μετάφραση του "Saturation" σε Ελληνικά
Οι Κόρος, κορεσμός, κορεσμός, κόρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Saturation" σε Ελληνικά.
Saturation
-
Κόρος, κορεσμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Saturation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
saturation
noun
γραμματική
the act of saturating or the process of being saturated [..]
-
κορεσμός
noun masculineIn color management, the purity of a color's hue, moving from gray to the pure color.
It was a saturation of the whole childhood culture.
Ήταν ένας κορεσμός ολόκληρης της κουλτούρας της παιδικής ηλικίας.
-
κόρος
Φράσεις παρόμοιες με "Saturation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περιοχή κόρου
-
κορεσμός πυρήνα
-
μαγνητικός κόρος
-
διαποτίζω · κορεννύω · μουσκεύω · παραγεμίζω · υπερπληρώ
-
τρανζίστορ σε κατάσταση κόρου
-
Ακόρεστη ένωση
-
κεκορεσμένος
-
Απόχρωση-κορεσμός-φωτεινότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη