Μετάφραση του "Security" σε Ελληνικά

Οι Ασφάλεια, ασφάλεια, αξιόγραφο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Security" σε Ελληνικά.

Security
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ασφάλεια

    As you know, I'm on attachment to Homeland Security.

    Όπως ξέρετε, έχω αποσπαστεί στην Ασφάλεια Εσωτερικού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Security " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

security noun γραμματική

(uncountable) the condition of not being threatened, especially physically, psychologically, emotionally, or financially [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασφάλεια

    noun feminine

    organization or department responsible for providing security [..]

    Thus, security becomes associated with their advertised product and the big city.

    Έτσι λοιπόν, η ασφάλεια συνδέεται με το διαφημιζόμενο προϊόν τους και τη μεγάλη πόλη.

  • αξιόγραφο

    noun neuter

    finance: proof of ownership

    Yeah, so the problem is your margaritaville payment plan has been combined With thousands of others into one big margaritaville security.

    Το πρόβλημα είναι πως τα χρήματά σου για την Μαργαριτομηχανή, όπως και πολλών άλλων, ενσωματώθηκαν σ'ένα ενιαίο αξιόγραφο.

  • αξία

    noun feminine

    finance: proof of ownership

    Pre-emption rights in offers for subscription of securities of the same class.

    Δικαιώματα προαγοράς των μετόχων σε προσφορές για εγγραφή κινητών αξιών της ιδίας κατηγορίας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εγγύηση
    • εχέγγυο
    • χρηματόγραφο
    • τίτλος
    • ασφάλιση
    • σιγουριά
    • χρεόγραφο
    • εγγυητής
    • μετοχή
    • Χρεόγραφο
    • ενέχυρο
    • παράβολο
    • προφύλαξη
    • αξίες
    • μέτρα ασφαλείας

Φράσεις παρόμοιες με "Security" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Security" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη