Μετάφραση του "Self" σε Ελληνικά

Οι Αυτό, εγώ, εαυτός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Self" σε Ελληνικά.

Self proper

A surname.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αυτό

    These are ways of doing self-organization — of doing entrepreneurship —

    Αυτοί είναι τρόποι αυτοοργάνωσης — για επιχειρηματικότητα —

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Self " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

self verb noun adjective pronoun γραμματική

(obsolete) Himself, herself, itself, themselves; that specific (person mentioned). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγώ

    noun neuter

    Always easier to blame someone else than it is to look at your own self.

    Είναι πάντα πιο εύκολο να κατηγορείς κάποιον άλλο παρά να βλέπεις τον ίδιο σου τον εαυτό.

  • εαυτός

    pronoun

    The present self does not want to save at all.

    Ο σημερινός μας εαυτός δε θέλει να αποταμιεύσει καθόλου.

  • ίδιος

    adjective

    John's not his usual cheery self without you around.

    Ο Τζον δεν είναι ο ίδιος χαρούμενος τύπος, χωρίς εσένα.

Φράσεις παρόμοιες με "Self" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Self" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη