Μετάφραση του "Sex" σε Ελληνικά
Οι Σεξ, φύλο, σεξ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sex" σε Ελληνικά.
Sex
A content descriptor developed by the Computer Entertainment Rating Organization (CERO). [..]
-
Σεξ
A content descriptor developed by the Computer Entertainment Rating Organization (CERO).
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Sex " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
sex
verb
noun
γραμματική
(countable) Either of two main divisions (either female or male) into which many organisms can be placed, according to reproductive function or organs. [..]
-
φύλο
noun neutergender (female or male) [..]
Have you ever had any feelings of same-sex attraction?
Εσύ ένιωσες ποτέ έλξη για το ίδιο φύλο;
-
σεξ
noun neuteract of sexual intercourse
-
συνουσία
noun feminineact of sexual intercourse
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- έρωτας
- συνουσιάζομαι
- γένος
- ερωτική επαφή
- σέξ
- επαφή
- φυλετικότητα
- προκαλώ
- βιολογικό φύλο
- φυσικό γένος
Εικόνες με "Sex"
Φράσεις παρόμοιες με "Sex" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σεξουαλική διαπαιδαγώγηση
-
σεξομανής
-
δραστήρια σεξουαλική ζωή
-
άγριο σεξ
-
φυλετικό χρωμόσωμα
-
εργαζόμενος στη βιομηχανία του σεξ · πόρνη
-
λίστα σεσημασμένων βιαστών
-
φύλο του συμμετέχοντα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη