Μετάφραση του "Short" σε Ελληνικά

Οι Βραχύς, κοντός, κοντός, μικρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Short" σε Ελληνικά.

Short proper

A surname.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Βραχύς, κοντός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Short " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

short adjective verb noun adverb adposition γραμματική

Having a small distance from one end or edge to another, either horizontally or vertically. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοντός

    adjective masculine

    of a person, of comparatively little height [..]

    You spend the day with me, you'll see how great it is to be short.

    Πέρνα τη μέρα μαζί μου και θα δεις πόσο ωραίο είναι να είσαι κοντός.

  • μικρός

    adjective

    Life is short, though a smile only lasts a second.

    H ζωή είναι μικρή, αν και το χαμόγελο διαρκεί μόνο ένα δευτερόλεπτο.

  • βραχύς

    adjective

    Demonstration of the need for short landing operations.

    Απόδειξη της ανάγκης για την διενέργεια χειρισμών βραχείας προσγείωσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύντομος
    • σορτς
    • βραχυκύκλωμα
    • σορτσάκι
    • ανεπαρκής
    • ελλιπής
    • ολιγόχρονος
    • μικρόσ
    • Ανοιχτή πώληση

Φράσεις παρόμοιες με "Short" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Short" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη