Μετάφραση του "Shrink" σε Ελληνικά
Οι Συστέλλομαι, συρρικνώνομαι, μπαίνω, ζαρώνω, τρελογιατρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Shrink" σε Ελληνικά.
Shrink
-
Συστέλλομαι, συρρικνώνομαι, μπαίνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Shrink " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
shrink
verb
noun
γραμματική
(intransitive) To contract, to become smaller, especially through exposure to cold and moisture. [..]
-
ζαρώνω
verbto cower
-
τρελογιατρός
masculinepsychiatrist or therapist (informal, belittling)
Here comes the shrink, just in time to save her favorite patient.
Η τρελογιατρός ήρθε να σώσει τον αγαπημένο της ασθενή.
-
συρρικνώνω
verbtransitive: to cause something to shrink
The Hebrew verb translated “congealed” means to shrink or thicken.
Το εβραϊκό ρήμα που μεταφράζεται «έπηξαν» σημαίνει συρρικνώνω ή συμπυκνώνω.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μπάζω
- αποτραβιέμαι
- λουφάρω
- μαζεύομαι
- ψυχίατρος
- συντομεύω
- συρρίκνωση
- μειώνω
- μπαίνω
- συρρικνώνομαι
- κατεβάζω
- μειώνώ
- χαμηλώνω
- καταδέχομαι
- καταβιβάζω
- μικραίνω
- λιγοστεύω
- μαζεύω
- ατονώ
- οπισθοχωρώ
- υποστρέφω
- κουρεύω (χρέος)
- μειώνω, -ομαι
- στενεύω
- συμπτύσσω, -ομαι
Φράσεις παρόμοιες με "Shrink" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συρρικνώνομαι
-
συρρίκνωση · συρρικνώνοντας
-
θερμοκρασία συρρίκνωσης
-
συρρίκνωση · συρρικνώνοντας
-
συρρίκνωση · συρρικνώνοντας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη