Μετάφραση του "Skew" σε Ελληνικά

Οι Επικλινής, λοξός, διαστρεβλωμένος, λοξός, στρέβλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Skew" σε Ελληνικά.

Skew
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Επικλινής, λοξός, διαστρεβλωμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Skew " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

skew adjective verb noun adverb γραμματική

(mathematics) Neither perpendicular nor parallel (usually said of two lines). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • λοξός

    Adjective

    I think that might be the view of cynical people looking at the world through a skewed perspective.

    Νομίζω πως είναι μια άποψη κυνικών ανθρώπων οι οποίοι βλέπουν τον κόσμο με λοξή προοπτική.

  • στρέβλωση

    A transformation that distorts a shape by a specified angle from an axis. The result is that a square is formed into a parallelogram. The skew or shear can be applied in more than one direction at a time.

    Random sampling must be evenly distributed over the year in order to avoid skewing of results.

    Οι συμπτωματικές δειγματοληψίες πρέπει να εκτελούνται καθόλη τη διάρκεια του έτους, ώστε να αποφεύγεται η στρέβλωση των αποτελεσμάτων.

  • ασύμμετρος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • λοξεύω
    • στρεβλώνω
    • λοξότητα
    • στραβός
    • στραβώνω

Φράσεις παρόμοιες με "Skew" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Skew" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη