Μετάφραση του "Solar" σε Ελληνικά

Οι Ηλιακός, ηλιακός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Solar" σε Ελληνικά.

Solar adjective γραμματική

Pertaining to the Sun (the star Sol). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ηλιακός

    This is Compost and this is Solar Panel.

    Αυτός είναι ο Κοπρόχωμα και αυτή ο Ηλιακός Πίνακας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Solar " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

solar adjective noun γραμματική

Of or pertaining to the sun; proceeding from the sun; as, the solar system; solar light; solar rays; solar influence. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηλιακός

    adjective masculine

    of or pertaining to the sun

    A large concentrated solar power plant will be inaugurated this month in Seville.

    Αυτόν τον μήνα θα εγκαινιαστεί στη Σεβίλλη ένας ηλιακός σταθμός ηλεκτροπαραγωγής με συγκεντρωτικά κάτοπτρα.

Φράσεις παρόμοιες με "Solar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Solar" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη