Μετάφραση του "Sort" σε Ελληνικά

Οι Είδος, τάξη, είδος, γένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Sort" σε Ελληνικά.

Sort
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Είδος, τάξη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Sort " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

sort verb noun γραμματική

A general type. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • είδος

    noun neuter

    We're sort of a group and I sort of lead it.

    Είμαστε ένα είδος ομάδας και εγώ είμαι ο αρχηγός.

  • γένος

    noun neuter
  • ταξινομώ

    verb

    To organize information, such as a list of files, in a particular order. For example, a list of files can be sorted alphabetically by name in ascending or descending order.

    You know, sort your mail, set your appointments.

    Να ταξινομώ την αλληλογραφία σου και κλείνω τα ραντεβου μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στοιχείο
    • ταξινόμηση
    • τύπος
    • μορφή
    • διαλέγω
    • άγω
    • τακτοποιώ
    • βαθμός

Εικόνες με "Sort"

Φράσεις παρόμοιες με "Sort" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αυταρχικός τύπος
  • ταξινόμηση σε ομάδες
  • Ταξινόμηση με επιλογή
  • σειρά ταξινόμησης
  • είδος · κατά μια έννοια · μάλλον · τρόπον τινά
  • λειτουργία ταξινόμησης πολλαπλών στηλών
  • ένας κάποιος, μια κάποια · δήθεν · κατ' ευφημισμόν · ντεμέκ · τής συμφοράς
  • διαλογή · κατηγοριοποίηση · ταξινόμηση · ταξινόμηση, διαλογή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Sort" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη