Μετάφραση του "Source" σε Ελληνικά

Οι Πηγή, πηγή, πηγαίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Source" σε Ελληνικά.

Source
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πηγή

    Source: Information from the complainant and questionnaire replies.

    Πηγή: πληροφορίες από τον καταγγέλλοντα και απαντήσεις στα ερωτηματολόγια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Source " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

source verb noun γραμματική

The person, place or thing from which something (information, goods, etc.) comes or is acquired. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πηγή

    noun feminine

    spring etc. [..]

    It contains information that could not possibly have come from a human source.

    Περιέχει πληροφορίες που είναι αδύνατον να προήλθαν από ανθρώπινη πηγή.

  • πηγαίος

    adjective

    The source code became relevant only at the point at which the services were to be handed over.

    Ο πηγαίος κώδικας καθίσταται ενδιαφέρων μόλις από τη στιγμή της αναλήψεως των υπηρεσιών.

  • προέλευση

    noun feminine

    A disk, file, document, or other collection of information from which data is taken or moved.

    Information concerning source, preparation date and stability should be available.

    Επίσης πρέπει να διατίθενται πληροφορίες σχετικά με την προέλευση, την ημερομηνία παρασκευής και τη σταθερότητά τους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πηγαίος κώδικας
    • προμηθεύομαι
    • εστία
    • αναφέρω
    • πρωτογενής
    • πόρος
    • αφετηρία
    • παραθέτω
    • αντλώ
    • εφοδιάζω
    • τροφοδοτώ
    • αρχή
    • βρίσκω προμηθευτή
    • εξετάζω επιλογές
    • παραθέτω πηγή
    • πηγή πληροφοριών

Εικόνες με "Source"

Φράσεις παρόμοιες με "Source" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Source" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη