Μετάφραση του "Soured" σε Ελληνικά

Οι ξινισμένος, πικραμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Soured" σε Ελληνικά.

soured adjective verb γραμματική

That has become, or has been made sour. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξινισμένος

    Oh, that man is sour!

    Αυτός είναι " ξινισμένος "!

  • πικραμένος

    I'm sour on this town, Fante.

    Είμαι πικραμένος απ ́ αυτή την πόλη, Φάντε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Soured " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Soured" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βυσσινάδα
  • άγουρος · αγέλαστος · δηλητηριάζω · διαρρηγνύω · καταρρέω · κλονίζω · ξινίζω · ξινισμένος · ξινός · ξυνίζω · ξυνός · οξύς · στυφός · χαλάω · όξινος
  • sour cream · κρέμα γάλακτος
  • απογοητεύω · αποτυχαίνω · δεν ευοδώνομαι · διαψεύδομαι · ξινίζω · παίρνω δυσάρεστη τροπή · στραβώνω · χαλάω · ψυχραίνομαι
  • βυσσινιά · φυτό Prunus cerasus · φυτό prunus cerasus
  • Βυσσινιά
  • νεραντζιά
  • Περσινά ξινά σταφύλια · αγουρίδες
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Soured" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη