Μετάφραση του "Spanish" σε Ελληνικά
Οι ισπανικά, ισπανικός, Ισπανικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Spanish" σε Ελληνικά.
Of or pertaining to Spain. [..]
-
ισπανικά
proper neuter n-pRomance language of Spain and the Americas [..]
He is teaching Spanish to the children.
Αυτός διδάσκει τα παιδιά ισπανικά.
-
ισπανικός
adjectiveThe Spanish intervention agency shall keep the Greek intervention agency informed as to the quantities of barley removed.
Ο ισπανικός οργανισμός παρέμβασης ανακοινώνει στον ελληνικό οργανισμό παρέμβασης, σταδιακά, τις ποσότητες που έχουν εξαχθεί.
-
Ισπανικά
nounI can read in Spanish without a problem.
Μπορώ να διαβάσω στα Ισπανικά χωρίς δυσκολία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ισπανική γλώσσα
- Ισπανός
- Ισπανικός λαός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Spanish " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(printing) To subject to spanishing, a printing process in which an ink is deposited on the bottoms and sides of depressions formed in a plastic material [..]
-
ισπανικά
proper neuterHe is teaching Spanish to the children.
Αυτός διδάσκει τα παιδιά ισπανικά.
Φράσεις παρόμοιες με "Spanish" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ευρωπαϊκή καστανιά · κάστανο · καστανιά · καστανιᾱ · καστανό · κᾱστανο
-
εβραιο-ισπανικά
-
δέντρο ισπανικού γλυκολέμονου
-
ισπανικός κέδρος
-
σπαρτό
-
ισπανική γλώσσα
-
ισπανόφωνος
-
Ισπανική γλώσσα · ισπανικά · ισπανική γλώσσα