Μετάφραση του "Speed" σε Ελληνικά

Οι Ταχύτητα, ταχύτητα, επιταχύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Speed" σε Ελληνικά.

Speed proper

A surname. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ταχύτητα

    Product Speed In Colour Pages Per Minute (ppm)

    Ταχύτητα προϊόντος σε έγχρ�μες σελίδες ανά λεπτό (σαλ)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Speed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

speed verb noun γραμματική

the state of moving quickly or the capacity for rapid motion; rapidity [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ταχύτητα

    noun feminine

    A scalar measure of the rate of movement of a body expressed either as the distance travelled divided by the time taken (average speed) or the rate of change of position with respect to time at a particular point (instantaneous speed). It is measured in metres per second, miles per hour, etc. [..]

    I want you to start slowly, and then gradually increase the speed.

    Θέλω να ξεκινήσεις αργά και να αυξήσεις σταδιακά ταχύτητα.

  • επιταχύνω

    verb

    The Court considers that the conciliation process has not speeded up the clearance process.

    Το Συνέδριο θεωρεί ότι η διαδικασία συμβιβασμού δεν επιτάχυνε τη διαδικασία εκκαθάρισης.

  • ρυθμός

    noun masculine

    Steps were also taken to speed up implementation of the programme.

    Ελήφθησαν επίσης μέτρα για να επιταχυνθεί ο ρυθμός υλοποίησης του προγράμματος.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τρέχω
    • βιασύνη
    • σπουδή
    • ορμή
    • ταχύτης
    • επισπεύδω
    • σπεύδω
    • γρηγοράδα
    • βοηθώ
    • βιάζομαι
    • γοργάδα
    • εστιακή αναλογία

Εικόνες με "Speed"

Φράσεις παρόμοιες με "Speed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Speed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη