Μετάφραση του "Splitting" σε Ελληνικά

Οι διαχωρισμός, διάσπαση, σφοδρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Splitting" σε Ελληνικά.

splitting adjective noun verb γραμματική

The action of the verb to split. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαχωρισμός

    noun masculine

    The process of separating the copy of the file inside Briefcase from the copy outside Briefcase.

    The obligation to split is referred to by the national court as ‘the splitting obligation’.

    Το αιτούν δικαστήριο χαρακτηρίζει τη σχετική υποχρέωση ως «υποχρέωση διαχωρισμού».

  • διάσπαση

    feminine

    To expose him would have split the Empire.

    Αν τον εξέθετα θα είχαμε διάσπαση της Αυτοκρατορίας.

  • σφοδρός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Splitting " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Splitting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Split · ανοίγω · διάσπαση · διαίρεση · διαιρώ · διασπώ · διχάζομαι · διχάζω · διχασμένος · διχασμός · κινούμαι · μοιράζομαι · μοιράζω · μοιράζω σε ίσια μερίδια · ρήγμα · ρωγμή · σκίσιμο · σπάσιμο · σπάω · σπαγγάτο · σπλιτ · σχίζω · σχίσμα · σχισμή · τεμαχίζω · χωρίζω · χωρισμένος
  • κλάσμα του δευτερολέπτου
  • χωρίζω
  • διαγενεακό σχίσμα
  • πολιτική διάσπαση
  • σχίζω · χωρίζω
  • απόφαση σε κλάσμα δευτερολέπτου · απόφαση τής στιγμής
  • βοών, βοώσα · εκκωφαντικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Splitting" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη