Μετάφραση του "Spring" σε Ελληνικά

Οι Ελατήριο, άνοιξη, πηγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Spring" σε Ελληνικά.

Spring proper

A surname. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ελατήριο

    Spring-loaded relief devices shall be used to achieve the full relief capacity prescribed.

    Οι συσκευές εκτόνωσης με ελατήριο μπορούν να χρησιμοποιούνται για να επιτευχθεί η πλήρης χωρητικότητα εκτόνωσης που προδιαγράφεται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Spring " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

spring verb noun γραμματική

To start to exist. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άνοιξη

    noun feminine

    first season [..]

    I like spring the best of the seasons.

    Η άνοιξη είναι η αγαπημένη μου εποχή του χρόνου.

  • πηγή

    noun feminine

    water source [..]

    From its principal spring, underground water channels passed beneath the shops on the Agora.

    Από την αρχική πηγή, οι υπόγειες διώρυγες νερού περνούσαν κάτω από τα καταστήματα της Αγοράς.

  • ελατήριο

    noun neuter

    device made of flexible material [..]

    If this spring breaks, that means real trouble.

    Αν σπάσει αυτό το ελατήριο, θα έχουμε μεγάλο πρόβλημα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • έαρ
    • αναπηδώ
    • νερομάνα
    • πετάγομαι
    • σούστα
    • ελαστικότητα
    • κεφαλάρι
    • ξεπετάγομαι
    • πηγάζω
    • άλμα
    • ξεφυτρώνω
    • ξεπροβάλλω
    • πηδώ
    • ανοιξη
    • προέρχομαι
    • αρχή
    • αναπήδηση
    • εαρινός
    • καταρράκτης
    • αναβλύζω
    • πήδημα
    • υδάτινη πηγή
    • Ελατήριο
    • ανοιξιάτικος
    • ανάβρα
    • αναβρυτήριο
    • φύομαι
    • χοροπηδώ
    • το ελατήριο

Εικόνες με "Spring"

Φράσεις παρόμοιες με "Spring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Spring" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη