Μετάφραση του "Station" σε Ελληνικά

Οι Σταθμός, σταθμός, στάθμευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Station" σε Ελληνικά.

Station
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Σταθμός

    Please tell me which bus to take to get to the station.

    Πες μου σε παρακαλώ ποιο λεωφορείο να πάρω για να πάω στο σταθμό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Station " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

station verb noun γραμματική

(obsolete) The fact of standing still; motionlessness, stasis. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σταθμός

    noun masculine

    A place along a route or line at which a bus, train, etc. stops for fuel or to pick up or let off passengers or goods, especially with ancillary buildings and services. [..]

    Please tell me which bus to take to get to the station.

    Πες μου σε παρακαλώ ποιο λεωφορείο να πάρω για να πάω στο σταθμό.

  • στάθμευση

    noun feminine

    place where a vehicle may stop

    an international agreement relating to the stationing of troops,

    - διεθνούς συμφωνίας σχετικά με τη στάθμευση στρατευμάτων,

  • θέση

    noun feminine

    When the door lands in the station, cut the power.

    'Οταν η πόρτα σταθεί σ'αυτή τη θέση, κόψτε το ρεύμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θέτω
    • τοποθετώ
    • σιδηροδρομικός σταθμός
    • διορίζω
    • απασχόληση
    • ιδιότητα
    • ζώνη (ποτίσματος)
    • κοινωνική θέση
    • κοινωνική τάξη
    • κοινωνικό στρώμα
    • τοποθετώ σε θέση, μονάδα, υπηρεσία
    • υποδεδειγμένη θέση

Εικόνες με "Station"

Φράσεις παρόμοιες με "Station" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Station" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη