Μετάφραση του "Stern" σε Ελληνικά

Οι Πρύμνη, πρύμνη, αυστηρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stern" σε Ελληνικά.

Stern noun

United States concert violinist (born in Russia in 1920)

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πρύμνη

    proper

    Stern plane's jammed and out of commission, captain.

    Εχει κολλήσει ο κινητήρας της πρύμνης και δε λειτουργεί, κυβερνήτη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Stern " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

stern adjective noun γραμματική

(nautical) The rear part or after end of a ship or vessel. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρύμνη

    noun feminine

    the rear part or after end of a ship or vessel

    Take this gun and get back in the stern.

    Πάρε το όπλο και πήγαινε πίσω στην πρύμνη.

  • αυστηρός

    adjective masculine

    having a hardness and severity of nature or manner

    You're awfully stern for someone who was having such a good time a few minutes ago.

    Είσαι πολύ αυστηρός για κάποιον που πέρναγε καλά μαζί σου πριν από λίγο.

  • βλοσυρός

    adjective masculine

    grim and forbidding in appearance

    A little stern, but he never steps over the line.

    Λίγο βλοσυρός, αλλά ποτέ δεν ξεπερνά τα όρια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αυστηρή
    • αυστηρό
    • πρύμη
    • οπίσθια
    • κώλος
    • κωλομέρια
    • πισινός
    • ουρά
    • Πρύμνη
    • γλουτοί

Εικόνες με "Stern"

Φράσεις παρόμοιες με "Stern" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αυστηρή παρατήρηση
  • αυστηρότητα · σκληρότητα
  • αυστηρότητα · σκληρότητα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Stern" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη