Μετάφραση του "Stink" σε Ελληνικά

Οι βρομώ, όζω, μυρίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stink" σε Ελληνικά.

stink verb noun γραμματική

(intransitive) To have a strong bad smell. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βρομώ

    verb

    μυρίζω άσχημα

  • όζω

    verb
  • μυρίζω

    verb

    Bad sales, bad organization, and her garlic noodles stink up the lunch room.

    Κακές πωλήσεις, άσχημη οργάνωση, και τα μακαρόνια της με σκόρδου που κάνουν να μυρίζει όλη η τραπεζαρία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μπόχα
    • δυσωδία
    • βρομάω
    • βρώμα
    • βρωμάω
    • βρομοκοπώ
    • βρωμώ
    • βρομοκοπάω
    • ζέχνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Stink " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Stink" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Stink" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη