Μετάφραση του "Stocking" σε Ελληνικά
Οι κάλτσα, αποθήκευση, αποθεματοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stocking" σε Ελληνικά.
A soft garment worn on the foot and lower leg, usually knit or woven, worn under shoes or other footwear. [..]
-
κάλτσα
noun feminineThen I'm going to hang up my stocking.
Tότε θα πάω να κρεμάσω την κάλτσα μου!
-
αποθήκευση
nounIt provides its tied retailers with special stocking cabinets for its product.
Παρέχει στους δεσμευμένους λιανοπωλητές της ειδικά ερμάρια για την αποθήκευση των προϊόντων της.
-
αποθεματοποίηση
NounTo keep a supply accumulated for future use. (Source: AMHER)
This function consists, inter alia, in stocking a wide range of electrotechnical fittings.
Αυτή η λειτουργία συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην αποθεματοποίηση ενός ευρέος φάσματος ηλεκτρολογικών εξαρτημάτων.
-
ψηλός
adjectiveLook at you, you shot up like a bamboo stock.
Γεια σου, Τζάσπερ. Έγινες ψηλός σαν κυπαρίσσι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Stocking " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Stocking"
Φράσεις παρόμοιες με "Stocking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εθνική Ένωση Αγώνων Ράλι (NASCAR)
-
βενθοπελαγικά αποθέματα
-
συγκυριακό απόθεμα
-
υποκόπανος ανάδρασης
-
Μετοχή · αποθεματοποιώ · αποθηκεύω · αποταμίευμα · απόθεμα · γένος · γαριφαλιά · διαθέσιμος · διαθέτω · ετοιμοπαράδοτος · εφοδιάζω · ζωμός · ζωντανά · ζώα · καθιερωμένος · καταγωγή · κεφάλαιο · κοινός · κοινότοπος · κοντάκι · κορμός · κοτσάνι · κούτσουρο · μάνα · μετοχή · μπανάλ · ξόανο · ξύλο · ομάδα · πάσσαλος · παρακαταθήκη · προμηθεύω · πρόγονοι · σκαρί · στάνταρ · στέλεχος · στερεότυπος · στοκ · στόφα · στύλος · συνήθης · υποκόπανος · χαρτόνι · χρεόγραφο
-
χρηματιστηρίο