Μετάφραση του "Stop" σε Ελληνικά

Οι Διακοπή, Σταματώ, παύση, στάση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stop" σε Ελληνικά.

Stop

The user interface item that halts a process or action, typically without restoring the prior state.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διακοπή

    The user interface item that halts a process or action, typically without restoring the prior state.

    Stopping magic is a lot harder than starting.

    Η διακοπή της μαγείας είναι πολύ πιο δύσκολότερη στην αρχή.

  • Σταματώ, παύση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Stop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

stop adjective verb noun interjection adverb γραμματική

Prone to halting or hesitation. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • στάση

    noun feminine

    interruption of travel [..]

    Please let me off at the next stop.

    Σας παρακαλώ αφήστε με να κατέβω στην επόμενη στάση.

  • σταματώ

    verb

    cease moving

    With the rain having stopped, the game began again.

    Με τη βροχή να έχει σταματήσει, το παιχνίδι ξανάρχισε.

  • παύω

    verb

    cease moving

    Tom never stopped loving Mary.

    Ο Τομ δεν έπαψε ποτέ ν' αγαπά τη Μαίρη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • στοπ
    • τελειώνω
    • περιμένω
    • στιγμή
    • παύση
    • διακόπτω
    • διακοπή
    • εμποδίζω
    • σταμάτημα
    • μένω
    • αλτ
    • ζούρλος
    • κλειστός
    • στέλμα
    • τελεία
    • σταματάω
    • αναχαιτίζω
    • ανακόπτω
    • κόβω
    • φράξιμο
    • βούλωμα
    • απόφραξη
    • φρενάρω
    • καταστέλλω
    • στουπώνω
    • σταθμεύω
    • βάζω τέρμα σε
    • δεσμεύω
    • ενδιάμεση στάση
    • ενδιάμεσος σταθμός
    • θέτω φραγμό, -ούς
    • κάνω στάση

Εικόνες με "Stop"

Φράσεις παρόμοιες με "Stop" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Stop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη