Μετάφραση του "Stow" σε Ελληνικά
Οι Στοιβάζω, τακτοποιώ, εισάγω, βάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stow" σε Ελληνικά.
Stow
-
Στοιβάζω, τακτοποιώ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Stow " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
stow
verb
noun
γραμματική
(obsolete) A place. [..]
-
εισάγω
verb -
βάζω
verbSqueak, take him below, assign him a hammock show him where to stow his gear.
Σκουίκ, πάρτον κάτω και δωστου ενα κρεβάτι... και δειξτου που να βάλει τα πράγματά του.
-
αγγέλω
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φορώ
- θέτω
- στοιβάζω
- κρύβω
- σφίγγω
Εικόνες με "Stow"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη