Μετάφραση του "Strand" σε Ελληνικά

Οι Κλώνος, τρίχες, νήμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Strand" σε Ελληνικά.

Strand proper noun

A street in Westminster running from Trafalgar Square to Fleet Street [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κλώνος

    A single strand can in certain cases be used as a SWR.

    Ένας μοναδικός κλώνος μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να χρησιμοποιηθεί ως συρματόσχοινο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Strand " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

strand verb noun γραμματική

(now poetic or archaic) The flat area of land bordering a body of water; a beach or shore. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τρίχες

    noun

    It's just a strand for a DNA test to clear you.

    Μια τρίχα μόνο για το τεστ DNA για να φανεί ότι είσαι καθαρός.

  • νήμα

    noun neuter

    If I ignite one more strand, the hull will fail.

    Αν ανάψω άλλο ένα νήμα, η άτρακτος θα καταρρεύσει.

  • ακτή

    noun feminine

    Member States also reported occurrences of stranded marine mammals, whose death was reported as being associated to fishing gears.

    Τα κράτη μέλη ανέφεραν επίσης περιστατικά θαλάσσιων θηλαστικών που έχουν εκβρασθεί στην ακτή, των οποίων ο θάνατος θεωρήθηκε ότι συνδεόταν με αλιευτικά εργαλεία.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παραλία
    • όχθη
    • δέσμη
    • κλωστή
    • πτυχή
    • συνιστώσα
    • αλυσίδα
    • πλεξούδα
    • εξοκέλλω
    • καθηλώνω
    • μάθημα

Εικόνες με "Strand"

Φράσεις παρόμοιες με "Strand" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανταύγειες
  • μακαρόνι
  • πολύκλωνος, συνεστραμμένος αγωγός
  • αφήνω σύξυλο
  • προσάραξη
  • Υλικό μεταξύ των κλώνων
  • · ακινητοποιημένος · αποκλεισμένος · απομένω αβοήθητος · απομονωμένος · εγκλωβισμένος · καθηλωμένος · κολλημένος · μένω αμανάτι · τελματωμένος · χαντακωμένος
  • Υλικό μεταξύ των κλώνων
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Strand" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη