Μετάφραση του "Stream" σε Ελληνικά

Οι Ρους, ροή, ρεύμα, ρυάκι, ροή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stream" σε Ελληνικά.

Stream
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ρους, ροή, ρεύμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Stream " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

stream verb noun γραμματική

A small river; a large creek; a body of moving water confined by banks [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρυάκι

    noun neuter

    small river

    Of course, you must never fall asleep by a stream.

    Βέβαια, ποτέ δεν πρέπει να κοιμηθείτε δίπλα από ρυάκι.

  • ροή

    noun feminine

    Any steady flow or succession of material [..]

    It would destroy the facility and create a chain reaction which would be catastrophic to the time-stream.

    Για να διαλύσει τις εγκαταστάσεις και να δημιουργήσει αλυσιδωτή αντίδραση που θα καταστρέψει τη χρονική ροή.

  • ρεύμα

    noun neuter

    The blower must be in good condition and must ensure a stable and reliable air stream.

    Ο ανεμιστήρας πρέπει να βρίσκεται σε καλή κατάσταση και να εξασφαλίζει σταθερό και αξιόπιστο ρεύμα αέρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ποταμός
    • ποτάμι
    • ρέμα
    • χείμαρρος
    • βρέχει καρεκλοπόδαρα
    • βρέχει με το τουλούμι
    • αυλάκι
    • τρέχω
    • κυματίζω
    • ρίχνει καρεκλοπόδαρα
    • συρρέω
    • άνεμος
    • ρεματιά
    • αναβλύζω
    • ρύση
    • συναθροίζομαι
    • προστρέχω
    • βρέχει
    • βρέχει καταρρακτωδώς
    • ρέουσα κίνηση

Εικόνες με "Stream"

Φράσεις παρόμοιες με "Stream" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Stream" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη