Μετάφραση του "Stress" σε Ελληνικά
Οι Καταπόνηση, έμφαση, τάση, τονισμός, τονίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Stress" σε Ελληνικά.
-
Καταπόνηση, έμφαση, τάση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Stress " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(countable, physics) The internal distribution of force per unit area (pressure) within a body reacting to applied forces which causes strain or deformation and is typically symbolised by σ [..]
-
τονισμός
noun masculineon a point in an argument [..]
Voice modulation and sense stress can also contribute much to the story.
Η διακύμανση της φωνής και ο τονισμός των λέξεων μπορούν επίσης να προσθέσουν πολλή ζωντάνια στην ιστορία.
-
τονίζω
verbto emphasise (a point) [..]
The Commission also stresses the need for broad dialogue and consensus amongst all parties concerned.
Η Επιτροπή τονίζει επίσης την ανάγκη εκτεταμένου διαλόγου και συναίνεσης μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων και των συμμετεχόντων.
-
έμφαση
noun feminineon a point in an argument
The importance of improving quality must be stressed, along with reducing the production costs of agricultural products.
Να δοθεί έμφαση στην αύξηση της ποιότητας με την παράλληλη μείωση του παραγωγικού κόστους των αγροτικών προϊόντων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τόνος
- άγχος
- στρες
- υπερένταση
- δύναμη
- πίεση
- ένταση
- τάση
- αγχώνω
- στρεσάρισμα
- ζόρι
- ισχύς
- ολικό φορτίο
- σφοδρότητα
- επισημαίνω
- Άγχος
- Τάση
- Τονισμός
- στρεσάρω
- φόρτιση
- εντείνω
- εξαίρω
- δένω
- καυλώνω
- τεντώνω
- σφίγγω
Φράσεις παρόμοιες με "Stress" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επιτρεπτή τάση, καταπόνηση
-
διαταραχή τού μετατραυματικού άγχους
-
βασικός τόνος
-
Συνέντευξη άγχους
-
δοκιμή καταπόνησης
-
αγχώδης · στρεσογόνος
-
Τεστ κοπώσεως
-
Εξαιρετικά επιταχυνθείσες δοκιμές καταπόνησης