Μετάφραση του "Successive" σε Ελληνικά
Οι Διαδοχικός, διαδοχικός, συνεχής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Successive" σε Ελληνικά.
-
Διαδοχικός
Six regulations have successively modified the exceptional market support measures for the pigmeat market.
Έξι κανονισμοί τροποποίησαν διαδοχικά τα έκτακτα μέτρα στήριξης της αγοράς στον τομέα του χοίρειου κρέατος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Successive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Coming one after the other in a series. [..]
-
διαδοχικός
adjective masculineSix regulations have successively modified the exceptional market support measures for the pigmeat market.
Έξι κανονισμοί τροποποίησαν διαδοχικά τα έκτακτα μέτρα στήριξης της αγοράς στον τομέα του χοίρειου κρέατος.
-
συνεχής
adjectiveEntitlement to additional support shall be limited to four successive years.
Το δικαίωμα συμπληρωματικής περιορίζεται στα τέσσερα συνεχή έτη.
-
συναπτός
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αλλεπάλληλος
- απανωτός
- κατά σειρά
Φράσεις παρόμοιες με "Successive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συνεπαρμένος από την επιτυχία · τυφλωμένος από την επιτυχία
-
Αποστολική διαδοχή
-
επιτυχής κλήση
-
διαδοχικά
-
διαδοχική προσέγγιση
-
διαδοχή κρατών
-
που σπάει τα ταμεία · ταμειακή επιτυχία
-
επιτυχία · επιτυχημένη περίπτωση · θρίαμβος · ιστορική επιτυχία · παράδειγμα επιτυχίας · το χρονικό μιας επιτυχίας