Μετάφραση του "Superior" σε Ελληνικά

Οι Ανώτερος, υψηλής ποιότητας, ανώτερος, ηγούμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Superior" σε Ελληνικά.

Superior proper noun

A town in Arizona, US. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ανώτερος, υψηλής ποιότητας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Superior " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

superior adjective noun γραμματική

Higher in quality. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανώτερος

    adjective noun masculine

    higher in rank or quality [..]

    The original was lost in a student duel fought over who was the superior mathematician.

    Η αρχική χάθηκε σε μια μονομαχία φοιτητών για το ποιος ήταν ο ανώτερος μαθηματικός.

  • ηγούμενος

    noun

    Our Father Superior is so strict, he' s imposed a very severe penance

    O ηγούμενος μου επέβαλλε αυστηρή τιμωρία

  • προϊστάμενος

    noun

    If there is, the hierarchical superior shall personally take any appropriate decision.

    Σε καταφατική περίπτωση, ο εν λόγω προϊστάμενος λαμβάνει ο ίδιος την δέουσα απόφαση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξουσιαστής
    • αφέντης
    • νικητής

Φράσεις παρόμοιες με "Superior" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Superior" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη