Μετάφραση του "Surplus" σε Ελληνικά
Οι Περίσσευμα, πλεόνασμα, πλεόνασμα, περίσσευμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Surplus" σε Ελληνικά.
Surplus
-
Περίσσευμα, πλεόνασμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Surplus " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
surplus
adjective
noun
γραμματική
That which remains when use or need is satisfied, or when a limit is reached; excess; overplus. [..]
-
πλεόνασμα
noun neuterfunds in public treasury greater than ordinary needs [..]
The surplus was therefore estimated to be 8,8 Mio t in 1998.
Έτσι, το πλεόνασμα για το 1998 υπολογίστηκε στα 8,8 εκατ. τόνους.
-
περίσσευμα
neuterfunds in public treasury greater than ordinary needs
We are talking only here about that elusive surplus.
Εδώ μιλάμε μόνο για αυτό το άπιαστο περίσσευμα.
-
παραπανήσιος
masculinebeing a surplus
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πλεονάζων
- υπεραξία
- υπερχείλιση
- περίσσιος
Φράσεις παρόμοιες με "Surplus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υπεραξία
-
διαθέσιμο πλεόνασμα
-
γεωργικό πλεόνασμα
-
πλεονασματικό απόθεμα
-
πλεόνασμα παραγωγής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη