Μετάφραση του "Survey" σε Ελληνικά

Οι Επισκόπηση, τοπογράφηση, αποτύπωση, έρευνα, επισκόπηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Survey" σε Ελληνικά.

Survey
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Επισκόπηση, τοπογράφηση, αποτύπωση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Survey " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

survey verb noun γραμματική

The act of surveying; a general view, as from above. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έρευνα

    noun feminine

    A Web site component that presents users with a set of questions specified by the creator of the survey and collects user responses. Results are tallied in a graphical summary. Requires a Web server that is running Windows SharePoint Services. [..]

    Figure 35 is based on a Eurobarometer survey.

    Το διάγραμμα 35 βασίζεται σε έρευνα του Ευρωβαρόμετρου.

  • επισκόπηση

    noun feminine

    General survey of the method of sampling dried fruit, with the exception of figs

    Γενική επισκόπηση της μεθόδου δειγματοληψίας των αποξηραμένων φρούτων, εξαιρουμένων των ξηρών σύκων

  • μελέτη

    noun

    A critical examination of facts or conditions to provide information on a situation. Usually conducted by interviews and/or on-site visitations.

    That survey was to be carried out prior to the commencement of the development.

    Η μελέτη αυτή έγινε πράγματι πριν από την έναρξη υλοποιήσεως του σχεδίου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιθεώρηση
    • εξέταση
    • δημοσκόπηση
    • επισκοπώ
    • επιθεωρώ
    • ξαγναντεύω
    • τοπογράφηση
    • καταμέτρηση
    • αξιολογώ
    • ματιά
    • επιτηρώ
    • καταμετρώ
    • βλέμμα

Εικόνες με "Survey"

Φράσεις παρόμοιες με "Survey" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Survey" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη