Μετάφραση του "TOIL" σε Ελληνικά

Οι μόχθος, κόπος, μοχθώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "TOIL" σε Ελληνικά.

TOIL noun γραμματική

Initialism of [i]time off in lieu[/i].

Αυτόματες μεταφράσεις του " TOIL " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
+ Προσθήκη

"TOIL" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το TOIL στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

toil verb noun γραμματική

labour, work [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μόχθος

    noun masculine

    labor, work

    I told her that endless toil is the only true path out of this jerkwater burg.

    Της είπα ότι ο ατελείωτος μόχθος είναι το μονοπάτι για να φύγουμε από το χωριό.

  • κόπος

    noun masculine

    labor, work

    After much toil, a match was finally created.

    Μετά από πολύ κόπο, τελικά δημιουργήθηκε ένα ταίρι.

  • μοχθώ

    verb

    Four long years I been toiling on your railroad.

    Τέσσερα ατελείωτα χρόνια μοχθώ στον σιδηρόδρομό σου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εργασία
    • δουλειά
    • κοπιάζω
    • κάματος
    • πασχίζω

Φράσεις παρόμοιες με "TOIL" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "TOIL" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη