Μετάφραση του "Therapy" σε Ελληνικά

Οι θεραπεία, αγωγή, αντιμετώπιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Therapy" σε Ελληνικά.

therapy verb noun γραμματική

Treatment of disease or disability, physical or mental. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θεραπεία

    noun feminine

    treatment of disease [..]

    The process of developing therapies is costly, involving many tests before marketing approval can be given.

    Η διαδικασία ανάπτυξης θεραπειών είναι δαπανηρή και περιλαμβάνει πολλές δοκιμές πριν από τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας.

  • αγωγή

    noun feminine

    The treatment of physical, mental or social disorders or disease.

    We'll change your medication, and we'll start you off on some occupational therapy.

    Θα αλλάξουμε την αγωγή σου και θα αρχίσεις κινησιοθεραπεία.

  • αντιμετώπιση

    Noun

    The treatment of physical, mental or social disorders or disease.

    This is a better therapy for Europe than a Treaty text on employment.

    Πρόκειται δε για καλύτερη αντιμετώπιση του προβλήματος της απασχόλησης στην Ευρώπη από ένα κείμενο συνθήκης για την απασχόληση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θεραπεια
    • θεραπευτική αγωγή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Therapy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Therapy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Therapy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη