Μετάφραση του "Thomas" σε Ελληνικά

Το Θωμάς είναι η μετάφραση του "Thomas" σε Ελληνικά.

Thomas noun proper γραμματική

(derogatory) An infidel (used by Christians in reference to the Apostle). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Θωμάς

    proper masculine

    biblical Apostle [..]

    Thomas refused to believe until after he could see.

    Ο Θωμάς αρνήθηκε να πιστέψει ωσότου μπόρεσε να δει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Thomas " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Thomas" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Thomas" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη