Μετάφραση του "Tillage" σε Ελληνικά
Οι καλλιέργεια, γεωργία, κουλτούρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Tillage" σε Ελληνικά.
tillage
noun
γραμματική
the cultivation of arable land by plowing, sowing and raising crops [..]
-
καλλιέργεια
noun feminineThe practice of growing and nurturing plants outside of their wild habitat (i.e., in gardens, nurseries, arboreta).
-
γεωργία
noun -
κουλτούρα
noun feminine -
άροση
Direct seeding without primary tillage, with only minimal soil disturbance in the seeding zone.
Άμεση σπορά χωρίς κύρια άροση, μόνο με ελάχιστη ανατάραξη του εδάφους στη ζώνη σποράς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Tillage " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη