Μετάφραση του "Time" σε Ελληνικά

Οι χρόνος, Χρόνος, ώρα, χρόνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Time" σε Ελληνικά.

Time

An HRM Self Service application. Employees can use it to submit timecards vacation requests and review their leave balances. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρόνος

    noun masculine

    An HRM Self Service application. Employees can use it to submit timecards vacation requests and review their leave balances.

    Tom spends most of his time in the library.

    Ο Τομ περνάει τον περισσότερο χρόνο του στη βιβλιοθήκη.

  • Χρόνος, ώρα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Time " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

time verb noun interjection γραμματική

(uncountable) The inevitable progression into the future with the passing of present events into the past. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χρόνος

    noun masculine

    inevitable passing of events [..]

    Tom spends most of his time in the library.

    Ο Τομ περνάει τον περισσότερο χρόνο του στη βιβλιοθήκη.

  • ώρα

    noun feminine

    time of day, as indicated by a clock, etc [..]

    You need to stop complaining all the time about things that can't be changed.

    Πρέπει να σταματήσεις να γκρινιάζεις όλη την ώρα για πράγματα που δεν μπορούν να αλλάξουν.

  • φορά

    noun feminine

    instance or occurrence [..]

    Tom asks me the same thing every time he sees me.

    Ο Τομ με ρωτάει το ίδιο πράγμα κάθε φορά που με βλέπει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • καιρός
    • χρονομετρώ
    • εποχή
    • ποινή
    • χρονικός
    • στιγμή
    • προθεσμία
    • ρυθμός
    • ωράριο
    • αιώνας
    • εύθετος
    • μερίδα
    • χρονικό διάστημα
    • διάστημα
    • συγχρονίζω
    • ρυθμίζω
    • περίοδος φυλάκισης

Φράσεις παρόμοιες με "Time" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Time" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη