Μετάφραση του "Tincture" σε Ελληνικά

Οι βαφή, βάμμα, χροιά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Tincture" σε Ελληνικά.

tincture Verb verb noun γραμματική

A pigment or other substance that colours or dyes. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαφή

    noun feminine

    substance that dyes [..]

    Aredian's too clever to have given the tincture to them directly.

    Ο Αρέντιαν είναι πολύ έξυπνος για να τους έχει δώσει τη βαφή απ'ευθείας.

  • βάμμα

    Noun neuter

    alcoholic extract used as medicine

    The sweating, the corruption of the skin, the traces of tincture around the ear.

    ο ιδρώτας, η αλλοίωση του δέρματος, τα ίχνη βάμματος γύρω από το αυτί.

  • χροιά

    noun feminine

    added colour

    I find a slight tincture of romance in a character makes one more agreeable, don' t you think?

    Βρίσκω μια μικρή χροιά ρομαντισμού σ ' έναν χαρακτήρα να το κάνει πιο ευχάριστο, δεν νομίζεις

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάφω
    • χρωστική ύλη
    • Βάμμα
    • υπόλειμμα
    • ίχνος
    • λείψανο
    • απομεινάρι
    • απόχρωση
    • τόνος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Tincture " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Tincture" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη