Μετάφραση του "Tiresome" σε Ελληνικά
Οι βαρετός, κουραστικός, ανιαρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Tiresome" σε Ελληνικά.
tiresome
adjective
γραμματική
Causing fatigue or boredom; wearisome. [..]
-
βαρετός
adjective masculineLarita, my tiresome brother...
Λαρίτα, ο βαρετός αδερφός σου..
-
κουραστικός
adjective masculineIt finally got so tiresome down there, I just went out the window.
Έγινε τόσο κουραστικός, που έφυγα από το παράθυρο.
-
ανιαρός
adjectiveAnd I thought Boone could be tiresome.
Και νόμιζα ότι ο Μπουν ήταν ανιαρός.
-
κοπιαστικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Tiresome " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη