Μετάφραση του "Transaction" σε Ελληνικά

Οι Συναλλαγή, συναλλαγή, δοσοληψία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Transaction" σε Ελληνικά.

Transaction
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συναλλαγή

    Transaction status from Acquiring registry for an External Transfer must indicate status of Rejected or Accepted.

    Συναλλαγή από μητρώο προορισμού για μια εξωτερική μεταφορά πρέπει να χαρακτηρίζεται με μία από τις καταστάσεις «Rejected» ή «Accepted».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Transaction " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

transaction noun γραμματική

The act of conducting or carrying out (business, negotiations, plans). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συναλλαγή

    noun feminine

    finance: transfer of funds into, out of, or from an account. [..]

    The existence of a transaction price shows that this entitlement is ascribed an economic value.

    Η ύπαρξη τιμής για τη συναλλαγή αποδεικνύει ότι στο εν λόγω δικαίωμα αποδίδεται οικονομική αξία.

  • δοσοληψία

    noun feminine

    finance: economic transaction: a valid currency transfer [..]

    You found our last transaction to your liking.

    Βρήκες την τελευταία μας δοσοληψία του γούστου σου.

  • διενέργεια

    noun feminine

    act of conducting or carrying out business, negotiations, plans

    – it is not essential to the transactions exempted,

    — δεν είναι απαραίτητες για την διενέργεια των πράξεων που απαλλάσσονται του φόρου,

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διεξαγωγή
    • πράξη
    • εμπορική πράξη
    • αγοραπωλησία
    • διεκπεραίωση
    • συνδιαλλαγή

Φράσεις παρόμοιες με "Transaction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Transaction" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη