Μετάφραση του "Trunk" σε Ελληνικά

Οι Ζευκτικό κύκλωμα, κορμός, μπαούλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Trunk" σε Ελληνικά.

Trunk
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ζευκτικό κύκλωμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Trunk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

trunk verb noun γραμματική

The (usually single) upright part of a tree, between the roots and the branches: the tree trunk. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κορμός

    noun masculine

    tree trunk [..]

    The trunks of these huge plants provide homes for the gila woodpecker.

    Οι κορμοί αυτών των κολοσσιαίων φυτών παρέχουν κατοικία στους δρυοκολάπτες.

  • μπαούλο

    noun neuter

    large suitcase or chest

    Grampa smells like that trunk with the wet bottom.

    Ο παππούς μυρίζει σαν το μπαούλο με τον υγρό πάτο.

  • προβοσκίδα

    noun feminine

    extended nasal organ of an elephant

    The female's using her trunk to guide her calf over the cave floor.

    Tο θηλυκό καθοδηγεί το μικρό του με την προβοσκίδα του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πορτ-μπαγκάζ
    • αποσκευές
    • κόμβος
    • κορμός ανθρώπου
    • κορμός δέντρου
    • κορμός κολόνας
    • μαγιό
    • πορτ μπαγκάζ
    • υπεραστική κλήση
    • χώρος αποσκευών
    • πορτμπαγκάζ
    • βαλίτσα
    • κιβώτιο
    • κασέλα
    • σεντούκι

Εικόνες με "Trunk"

Φράσεις παρόμοιες με "Trunk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Trunk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη