Μετάφραση του "Turk" σε Ελληνικά

Οι Τούρκος, διαβολόπαιδο, σκανταλιάρικο παιδί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Turk" σε Ελληνικά.

Turk noun γραμματική

A member of any of the numerous ethnic groups whose majority have lived a nomadic life on the vast Eurasian steppe, speaking Turkic languages. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τούρκος

    noun masculine

    Turkish nationals

    Tom is a Turk.

    Ο Τομ είναι Τούρκος.

  • διαβολόπαιδο

  • σκανταλιάρικο παιδί

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Turk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

turk
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τούρκοι

    The Turks, they spit in their face and they say it's raining.

    Οι Τούρκοι τους φτύνουν και εκείνοι λένε πως βρέχει.

Φράσεις παρόμοιες με "Turk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Turk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη