Μετάφραση του "Uncertainty" σε Ελληνικά
Οι Αβεβαιότητα, αβεβαιότητα, αμφιβολία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Uncertainty" σε Ελληνικά.
-
Αβεβαιότητα
The legal uncertainty about the scope of the principle and the burden of proof.
Αβεβαιότητα δικαίου σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της αρχής και το βάρος της απόδειξης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Uncertainty " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(uncountable) doubt; the condition of being uncertain or without conviction. [..]
-
αβεβαιότητα
noun femininedoubt; the condition of being uncertain
The Association contends that the system adopted was one which created great uncertainty .
Η Association υποστηρίζει ότι το θεσπισθέν σύστημα δημιουργούσε μεγάλη αβεβαιότητα .
-
αμφιβολία
noun feminineIn any event, that is the uncertainty which the referring court has submitted to the Court.
Εν πάση περιπτώσει, αυτή είναι η αμφιβολία την οποία μας έχει διατυπώσει το αιτούν δικαστήριο.
-
ανασφάλεια
nounFurthermore, an unprecedented degree of uncertainty has been created among consumers.
Eκτός τούτου, θα πρέπει να πούμε ότι υπάρχει ανασφάλεια μεταξύ των καταναλωτών, σε πρωτοφανείς διαστάσεις.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Αβεβαιότητα
- βεβαιότητα
- διστακτικότητα
- δισταγμός
- αμφιταλάντευση
Εικόνες με "Uncertainty"
Φράσεις παρόμοιες με "Uncertainty" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αρχή της αβεβαιότητας του Χάιζενμπεργκ · αρχή της απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ
-
αβεβαιότητα μέτρησης
-
Φόβος, αβεβαιότητα και αμφιβολία
-
αβεβαιότητα μέτρησης
-
Λόγος αβεβαιότητας δοκιμής
-
Αρχή της απροσδιοριστίας · αρχή απροσδιοριστίας · αρχή της απροσδιοριστίας · θεωρία απροσδιοριστίας · θεωρία της απροσδιοριστίας
-
Λόγος αβεβαιότητας δοκιμής
-
αβεβαιότητα αποπροσαρμογής