Μετάφραση του "Unconditional" σε Ελληνικά
Οι Χωρίς όρους, ανεπιφύλακτος, απόλυτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Unconditional" σε Ελληνικά.
An option that forwards all incoming calls unconditionally.
-
Χωρίς όρους
An option that forwards all incoming calls unconditionally.
If the person has epilepsy, the criteria for an unconditional licence are not met.
Εάν κάποιο άτομο έχει επιληψία, δεν πληρούνται τα κριτήρια για τη χορήγηση άδειας χωρίς όρους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Unconditional " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
absolute, and without conditions, limitations, reservations or qualifications [..]
-
ανεπιφύλακτος
adjectivewithout conditions
For its part, the word ‘unconditional’ implies, in my opinion, that the reference must be to the whole of the legislation concerned.
Αφετέρου, ο όρος «ανεπιφύλακτος» συνεπάγεται, κατά τη γνώμη μου, ότι η παραπομπή πρέπει να γίνεται στην εκάστοτε κανονιστική ρύθμιση στο σύνολό της.
-
απόλυτος
adjective masculine -
άνευ όρων
without conditions
It is very important to recognize that derogation is not unconditional.
Είναι πολύ σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η δυνατότητα παρέκκλισης δεν είναι άνευ όρων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- χωρίς όρους
- αδιαπραγμάτευτος
- απροϋπόθετος
- κατηγορικός
Φράσεις παρόμοιες με "Unconditional" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αντανακλαστικό · ρεφλέξ