Μετάφραση του "Valve" σε Ελληνικά
Οι Δικλείδα, βαλβίδα, βάνα, ηλεκτρονική Λυχνία, βαλβίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Valve" σε Ελληνικά.
-
Δικλείδα, βαλβίδα, βάνα
-
ηλεκτρονική Λυχνία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Valve " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A device that controls the flow of a gas or fluid through a pipe. [..]
-
βαλβίδα
noun femininedevice that regulates, directs or controls the flow of a fluid or a gas
Do not stand in front of the bottle outlet when opening the valve.
Να μη στέκεται κανείς μπροστά από το στόμιο εξόδου της φιάλης όταν ανοίγεται η βαλβίδα.
-
δικλείδα
The pressure tank shall be fitted with an efficient relief valve and a pressure gauge.
Η δεξαμενή πιέσεως πρέπει να είναι εφοδιασμένη με αποτελεσματική ανακουφιστική δικλείδα και μανόμετρο.
-
βάνα
feminineWhen the bucket is full, the drive engages, except this particular tap has no valve.
Μόνο που η συγκεκριμένη βρύση δεν έχει βάνα.
-
λυχνία
noun
Εικόνες με "Valve"
Φράσεις παρόμοιες με "Valve" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ειλεοτυφλική βαλβίδα
-
ασφαλιστική βαλβίδα
-
ασφαλιστική βαλβίδα · βαλβίδα ασφαλείας
-
Ηλεκτρονική βαλβίδα διαστολής
-
βαλβίδα εκτόνωσης
-
ηλεκτρονική λυχνία · θερμιονική βαλβίδα
-
βαλβίδα καθαρισμού
-
Μιτροειδής βαλβίδα