Μετάφραση του "Vapour" σε Ελληνικά
Οι Ατμός, ατμός, υδρατμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Vapour" σε Ελληνικά.
-
Ατμός
— vapour: the gaseous form of a substance or mixture released from its liquid or solid state.
— Ατμός: η αέρια μορφή ουσίας ή μείγματος που προκύπτει από την εξαέρωση της υγρής ή της στερεάς μορφής της ουσίας ή του μείγματος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Vapour " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
The gas phase component of a liquid or solid. [..]
-
ατμός
noun masculineFor other substances the test atmosphere may consist of a vapour which is near the gaseous phase.
Για άλλες ουσίες η ατμόσφαιρα της δοκιμής μπορεί να είναι ατμός που βρίσκεται κοντά στη φάση εξαέρωσης.
-
υδρατμός
noun masculineWater vapour is a greenhouse gas, by far the most important greenhouse gas.
Ο υδρατμός είναι ένα αέριο θερμοκηπίου μακράν το σημαντικότερο όλων
-
αχνός
-
εξατμίζομαι
verb
Φράσεις παρόμοιες με "Vapour" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Απóθεση χημικού αερíου
-
σύστημα για την ανάκτηση ατμών
-
ατμός · υδρατμός
-
πίεση ατμού
-
ακεφιά · κακοκεφιά
-
θερμόμετρο πίεσης ατμών
-
Απóθεση χημικού αερíου
-
ατμόλουτρο