Μετάφραση του "Virgin" σε Ελληνικά
Οι Παρθένος, παρθένα, παρθενικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Virgin" σε Ελληνικά.
Virgin
proper
noun
Mary, the mother of Jesus. [..]
-
Παρθένος
proper feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Virgin " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
virgin
adjective
noun
feminine
γραμματική
A person who has never had sexual intercourse, or sometimes, one who has never engaged in any sexual activity at all. [..]
-
παρθένα
noun feminineperson who has never had sexual intercourse [..]
I did, because I was a mistress-virgin and you were the first.
Το έκανα, γιατί ήμουν μια παρθένα ερωμένη κι εσύ ήσουν η πρώτη.
-
παρθενικός
adjectiveThat's what the virginal New World said.
Αυτό είπε και ο παρθενικός Νέος Κόσμος.
-
απασπάτευτος
adjectiveπαρθένος
-
παρθένος
adjective noun
Φράσεις παρόμοιες με "Virgin" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εστιάδες παρθένες
-
Παναγία
-
παρθενικός υμένας
-
Παναγία
-
Σημαία των Αμερικανικών Παρθένων Νήσων
-
Παρθένες Νήσοι · Παρθένοι Νήσοι · Παρθένοι νήσοι
-
έξτρα παρθένο ελαιόλαδο
-
Βιργινάλι · βιργινάλι · παρθένος · παρθενικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη