Μετάφραση του "Vote" σε Ελληνικά
Οι Ψηφίζω, ψήφος, ψηφίζω, ψήφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Vote" σε Ελληνικά.
A person from Votia or of Votic descent. [..]
-
Ψηφίζω, ψήφος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Vote " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
A formalized choice on matters of administration or other democratic activities. [..]
-
ψηφίζω
verbassert a formalised choice
Tom has never voted in his life.
Ο Τομ δεν έχει ψηφίσει ποτέ στη ζωή του.
-
ψήφος
noun feminineinstance of voting
In the event of a tie, the chairperson shall have the casting vote.
Σε περίπτωση ισοψηφίας η ψήφος του Προέδρου είναι αποφασιστική.
-
ψηφοφορία
noun feminineformalised choice
As there are no other submissions, we will now put the proposal to a vote.
Εφόσον δεν υπάρχουν άλλες εισηγήσεις, θα θέσουμε την πρόταση σε ψηφοφορία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ψηφίσει
- ψήφιση
- ψηφοφόροι
- ψήφισμα
- δημοψήφισμα
- απόφαση
- εκλέγω
- αναγνωρίζω
Εικόνες με "Vote"
Φράσεις παρόμοιες με "Vote" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ηλικία ψήφου · εκλογική ενηλικιότητα
-
καθοριστική ψήφος
-
πρόταση μομφής
-
τάσσομαι υπέρ · υπερψηφίζω · ψηφίζω (κπ, κτ)
-
καταψηφίζω
-
ρίχνω την ψήφο μου · ψηφίζω
-
ψήφος δια πληρεξουσίου
-
δικαίωμα ψήφου · εκλογικό δικαίωμα