Μετάφραση του "Wheel" σε Ελληνικά

Οι Τροχός, τροχός, ρόδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wheel" σε Ελληνικά.

Wheel
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τροχός

    Wheels down. Flaps down.

    Τροχοί και φλαπς κάτω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Wheel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

wheel verb noun γραμματική

A circular device capable of rotating on its axis, facilitating movement or transportation or performing labour in machines. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τροχός

    noun masculine

    A circular object that spins around a central axe thereby allowing relatively low-friction movement.

    The distribution of the loadings among the wheels must be as intended by the manufacturer.

    Η κατανομή των φορτίων στους τροχούς πρέπει να είναι σύμφωνη με την προβλεπόμενη από τον κατασκευαστή.

  • ρόδα

    noun feminine

    a circular device facilitating movement or transportation [..]

    I really would like to change the colour of your Ferris wheel.

    Θα ήθελα στ'αλήθεια ν'αλλάξω το χρώμα από τη ρόδα σου.

  • πηδάλιο

    noun neuter

    steering device in a vessel

    Turn the wheel to the right, slow and easy.

    Στρίψε το πηδάλιο προς τα δεξιά, σιγά κι απαλά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσωπικότητα
    • τιμόνι
    • τσουλάω
    • περιστρέφω
    • γυρίζω
    • πετάω ολόγυρα
    • στρέφω
    • στριφογυρίζω
    • τσουλώ
    • Τροχός
    • ποδήλατο
    • ανέμη
    • ποδηλατώ
    • στρέφομαι

Εικόνες με "Wheel"

Φράσεις παρόμοιες με "Wheel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Wheel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη