Μετάφραση του "Wheelchair" σε Ελληνικά

Οι αναπηρικό καροτσάκι, αναπηρική πολυθρόνα, αναπηρικό καροτσάκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wheelchair" σε Ελληνικά.

Wheelchair
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναπηρικό καροτσάκι

    Wheelchair's just until the bones in her legs heal.

    Απλά με αναπηρικό καροτσάκι μέχρι τα οστά στα πόδια της επουλωθούν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Wheelchair " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

wheelchair noun γραμματική

A chair mounted on large wheels for the transportation or use of a sick or disabled person. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναπηρική πολυθρόνα

    noun feminine

    a chair mounted on large wheels for the transportation or use of a sick or disabled person

    Although I am now confined to a wheelchair, this has not been a major impediment.

    Αν και είμαι πλέον καθηλωμένος στην αναπηρική πολυθρόνα, αυτό δεν αποτελεί μείζον πρόβλημα.

  • αναπηρικό καροτσάκι

    noun neuter

    chair

    Cos you see someone in a wheelchair and you just assume certain things.

    Βλέπεις κάποιον σε αναπηρικό καροτσάκι και υποθέτεις κάποια πράγματα.

  • αναπηρική καρέκλα

    feminine

    He is condemned to live on a wheelchair.

    Είναι καταδικασμένος να ζει σε αναπηρική καρέκλα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μπάνιο
    • λουτρό

Εικόνες με "Wheelchair"

Φράσεις παρόμοιες με "Wheelchair" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Wheelchair" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη