Μετάφραση του "Whimsy" σε Ελληνικά
Οι ιδιοτροπία, καπρίτσιο, φαντασιοπληξία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Whimsy" σε Ελληνικά.
whimsy
verb
noun
γραμματική
A quaint and fanciful idea. A whim. Playfully odd behaviour. [..]
-
ιδιοτροπία
noun feminineTennyson's latest work, pure whimsy.
Η τελευταία δουλειά του Τένισον, καθαρή ιδιοτροπία.
-
καπρίτσιο
Well, Oscar pointed out that apparently I lack a sense of childlike whimsy.
Ο Όσκαρ πιστεύει πως στερούμαι την παιδιάστικη αίσθηση από καπρίτσιο.
-
φαντασιοπληξία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Whimsy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη