Μετάφραση του "Wire" σε Ελληνικά
Οι Σύρμα, αγωγός, σύρμα, καλώδιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wire" σε Ελληνικά.
-
Σύρμα, αγωγός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Wire " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(informal) To send a message or a money value to another person through a telecommunications system, formerly predominately by telegraph. [..]
-
σύρμα
noun neuterthin thread of metal
The burning position shall be horizontal within ± 10 ° with the lead wire down.
Η θέση καύσης θα πρέπει να είναι οριζόντια, εντός ± 10° με το αγώγιμο σύρμα κάτω.
-
καλώδιο
noun neutermetal conductor that carries electricity
Can't fit a piece of paper through a telephone wire.
Δεν μπορείς να χωρέσεις ένα κομμάτι χαρτί μέσα από ένα τηλεφωνικό καλώδιο.
-
συρματόπλεγμα
noun neuterfence made of usually barbed wire
I told her to take the numbers of those by the wire.
Της είπα να γράψει τους αριθμούς, όσων ήταν δίπλα στο συρματόπλεγμα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καλωδιώνω
- τηλεγράφημα
- κοριός
- τηλεγραφώ
- τσιτώνω
- στερεώνω με σύρμα
- στέλνω
- βάζω κοριό
- συρμάτινος
Εικόνες με "Wire"
Φράσεις παρόμοιες με "Wire" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αρμαθιά συρμάτωσης
-
Συναρμολογημένος, καλωδιωμένος και δοκιμασμένος
-
τερματικό καλώδιο δικτύου
-
κόφτης
-
Συναρμολογημένος, καλωδιωμένος και δοκιμασμένος
-
Γυμνός αγωγός χαλκού
-
βαθιά ριζωμένος σε · στενά συνυφασμένος με
-
Συντονιστής δονούμενου σύρματος