Μετάφραση του "Withdrawal" σε Ελληνικά
Οι Απόσυρση, ανάκληση, απόσυρση, ανάκληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Withdrawal" σε Ελληνικά.
-
Απόσυρση, ανάκληση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Withdrawal " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Receiving from someone's care what one has earlier entrusted to them. Usually refers to money. [..]
-
απόσυρση
noun femininean act of withdrawing
Which authority is responsible for the control of these products and their withdrawal from the market in Greece?
Ποιά Αρχή είναι αρμόδια για τον έλεγχο κυκλοφορίας και την απόσυρση αυτών των προϊόντων από την ελληνική αγορά;
-
ανάκληση
noun femininereceiving from someone's care what one has earlier entrusted to them
The customs debt incurred shall be recovered upon withdrawal by the Commission of the acceptance of the undertaking.
Η τελωνειακή οφειλή που γεννάται εισπράττεται με την ανάκληση από μέρους της Επιτροπής της αποδοχής της ανάληψης υποχρέωσης.
-
αποχώρηση
noun feminineact of withdrawing
Such withdrawal shall take effect upon receipt of the notification by the Council.
Η αποχώρηση αυτή ισχύει από τη λήψη της κοινοποίησης από το συμβούλιο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανάληψη
- εγκατάλειψη
- τράβηγμα
- διακοπτόμενη συνουσία
- στερητικό σύνδρομο
- αφαίρεση
- υπαναχώρηση
- απομάκρυνση
- απομόνωση
- περιορισμός
Φράσεις παρόμοιες με "Withdrawal" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τιμή απόσυρσης
-
απόσυρση από την αγορά
-
απόσυρση υποψηφιότητας
-
καταγγελία συμφωνίας
-
αποσύρομαι · αποσύρω
-
σύνδρομο στέρησης αλκοόλ
-
αίρω · ανακαλώ · απαγκιστρώνω · αποδεσμεύω · απομακρύνω · αποσύρομαι · αποσύρω · αποτραβιέμαι · αποχωρώ · κλείνομαι · ξελέω · παίρνω πίσω · περιορίζομαι · υποχωρώ
-
διαδικασία απόσυρσης